στο λεξικό PONS
πουλί [puˈli] SUBST ουδ
- πουλί
- Vogel αρσ
- πιάνω πουλιά στον αέρα
- total gerissen sein
- πέταξε το πουλί μτφ
- der Zug ist abgefahren
- έχω και του πουλιού το γάλα
- in Saus und Braus leben
- αποδημητικό/μεταναστευτικό πουλί
- Zugvogel αρσ
- ωδικό πουλί
- Singvogel αρσ
- πουλί του παραδείσου
- Paradiesvogel αρσ
- Πουλί του Παραδείσου (αστερισμός)
- Paradiesvogel αρσ
πούλι [ˈpuli] SUBST ουδ
1. πούλι (στο τάβλι, στην ντάμα):
- πούλι
- Stein αρσ
2. πούλι (στο σκάκι):
- πούλι
- Figur θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεταναστευτικό πουλί
- Zugvogel αρσ
- ωδικό πουλί
- Singvogel αρσ
- ελεύθερος σαν το πουλί
- frei wie ein Vogel
- πέταξε το πουλί μτφ
- der Zug ist abgefahren
- είναι άπιαστο πουλί (είναι πολύ έξυπνος)
- er ist ein Überflieger