στο λεξικό PONS
I. πρεσβύτερ|ος <-η, -ο> [prɛzˈvitɛrɔs] ΕΠΊΘ
- πρεσβύτερος
- älter
II. πρεσβύτερ|ος [prɛzˈvitɛrɔs] SUBST αρσ
- πρεσβύτερος
- verheirateter Pfarrer αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- πρεμούρα
- πρέπει
- πρέσα
- πρεσάρω
- πρεσβεία
- πρεσβύτερος
- πρεσβύωπας
- πρεσβυωπία
- πρέσινγκ
- πρεσιπιτίνη
- πρεσοστάτης