στο λεξικό PONS
αρθρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [arˈθrɔnɔ] VERB μεταβ
1. αρθρώνω (φθόγγους):
- αρθρώνω
- artikulieren
2. αρθρώνω (λέω):
- αρθρώνω
- hervorbringen
- δεν άρθρωσε λέξη
- er brachte kein Wort hervor
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.