στο λεξικό PONS
ρυμουλκ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [rimulˈkɔ] VERB μεταβ
1. ρυμουλκώ:
- ρυμουλκώ
- schleppen
2. ρυμουλκώ (ειδικά αυτοκίνητο):
- ρυμουλκώ
- abschleppen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.