στο λεξικό PONS
I. πετ|ώ <-άς, -αξα, -άχτηκα, -αγμένος> [pɛˈtɔ] VERB μεταβ
1. πετώ (ρίχνω):
- πετώ
- werfen
- πετώ
- schmeißen
- πετώ κάποιον έξω
- jdn hinauswerfen
2. πετώ (ρίχνω στα σκουπίδια):
- πετώ
- wegwerfen
- πετώ τα λεφτά μου μτφ (σπαταλώ)
- sein Geld zum Fenster hinauswerfen
II. πετ|ώ <-άς, -αξα, -άχτηκα, -αγμένος> [pɛˈtɔ] VERB αμετάβ (βρίσκομαι στον αέρα)
- πετώ
- fliegen
III. πετάγομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. πετάγομαι (αναπηδώ):
- πετάγομαι
- aufspringen
- πετάγομαι έξω
- herausspringen
- θα σου πετάγονταν τα μάτια έξω αν έβλεπες …
- dir würden die Augen aus dem Kopf springen, wenn du … sehen würdest
2. πετάγομαι (να πω κάτι):
- πετάγομαι
- dazwischenspringen
3. πετάγομαι (πάω γρήγορα):
- θα πεταχτώ να πάρω ένα ψωμί
- ich geh mal eben ein Brot holen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πετώ τα λεφτά μου μτφ (σπαταλώ)
- sein Geld zum Fenster hinauswerfen
- πετώ μια κοτσάνα
- eine dumme Bemerkung fallen lassen
- πετώ κάποιον έξω
- jdn hinauswerfen
- πετώ στα σύννεφα (χαίρομαι)
- im siebten Himmel sein
- βγάζω/πετώ σπίθες
- Funken sprühen