στο λεξικό PONS
ισπανικά [ispaniˈka] SUBST ουδ πλ
- ισπανικά
- Spanisch ουδ ενικ
- μιλώ/καταλαβαίνω ισπανικά
- Spanisch sprechen/verstehen
- στα ισπανικά
- auf Spanisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στα ισπανικά
- auf Spanisch
- ξέρει ισπανικά
- er kann Spanisch
- μιλώ/καταλαβαίνω ισπανικά
- Spanisch sprechen/verstehen