στο λεξικό PONS
μεσημέρι [mɛsiˈmɛri] SUBST ουδ
- μεσημέρι
- Mittag αρσ
- θα έρθω το μεσημέρι
- ich werde mittags kommen
- κατά το μεσημέρι
- gegen Mittag
- στις 12 το μεσημέρι
- um 12 Uhr Mittag
- γύρω στις 12 το μεσημέρι
- gegen 12 Uhr Mittag
- κάθε μεσημέρι πάω …
- jeden Mittag gehe ich …
- μέρα μεσημέρι
- am helllichten Tage
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μέρα μεσημέρι
- am helllichten Tage
- κάθε μεσημέρι πάω …
- jeden Mittag gehe ich …
- θα έρθω το μεσημέρι
- ich werde mittags kommen
- στις 12 το μεσημέρι
- um 12 Uhr Mittag
- κατά το μεσημέρι
- gegen Mittag