στο λεξικό PONS
I. ταλαιπωρ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [talɛpɔˈrɔ] VERB μεταβ
- ταλαιπωρώ
- strapazieren
II. ταλαιπωρούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ταλαιπωρούμαι
- Strapazen auf sich nehmen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.