στο λεξικό PONS
I. εκτρέπω <εξέτρεψα, εκτράπηκα> [ɛkˈtrɛpɔ] VERB μεταβ
1. εκτρέπω (ακτίνα):
- εκτρέπω
- ablenken
2. εκτρέπω (ποταμό, κυκλοφορία):
- εκτρέπω
- umleiten
II. εκτρέπομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εκτρέπομαι:
- εκτρέπομαι από την πορεία μου/από το θέμα
- vom Weg/Thema abkommen
2. εκτρέπομαι (παρασύρομαι):
- εκτρέπομαι
- sich hinreißen lassen
- εκτράπηκε σε βρισιές
- er hat sich zu groben Beleidigungen hinreißen lassen
- μην εκτρέπεσαι!
- reiß dich zusammen!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.