στο λεξικό PONS
κληρονομ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [klirɔnɔˈmɔ] VERB μεταβ και μτφ
- κληρονομώ
- erben
- το κληρονόμησε από τους γονείς του
- er/sie hat es von seinen/ihren Eltern geerbt
- ανίκανος/ικανός να κληρονομίσει ΝΟΜ
- erbunfähig/erbfähig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.