στο λεξικό PONS
I. ξεφορτώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ksɛfɔrˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. ξεφορτώνω (πλοίο, όχημα):
- ξεφορτώνω
- entladen
2. ξεφορτώνω (εμπορεύματα):
- ξεφορτώνω
- abladen
II. ξεφορτώνομαι VERB αποθ ρήμα μεταβ
- ξεφορτώνομαι κάποιον/κάτι
- sich δοτ jdn/etw vom Hals schaffen
- ξεφορτώνομαι κάποιον/κάτι
- jdn/etw loswerden
- ξεφορτώσου με!
- lass mich in Ruhe!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.