στο λεξικό PONS
γραφή [ɣraˈfi] SUBST θηλ
1. γραφή (παράσταση λόγου με γράμματα):
- γραφή
- Schrift
- ανάγλυφη γραφή
- Blindenschrift θηλ
- Γραμμική (γραφή) Α
- Linearschrift A
- Γραμμική (γραφή) Β
- Linearschrift B
- ιερογλυφική γραφή
- Hieroglyphenschrift θηλ
- σφηνοειδής γραφή
- Keilschrift θηλ
- συλλαβογραφική γραφή
- Silbenschrift θηλ
2. γραφή (επιστολή):
- γραφή
- Schreiben ουδ
ιδιωτισμοί:
- η Αγία Γραφή
- die Heilige Schrift θηλ
- οι Γραφές
- die heiligen Schriften θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιερογλυφική γραφή
- Hieroglyphenschrift θηλ
- ανάγλυφη γραφή
- Blindenschrift θηλ
- συλλαβογραφική γραφή
- Silbenschrift θηλ
- σφηνοειδής γραφή ΙΣΤΟΡΊΑ
- Keilschrift θηλ
- βουστροφηδόν γραφή
- bustrophedonische Schrift θηλ