στο λεξικό PONS
πίστωσ|η <-εις> [ˈpistɔsi] SUBST θηλ
1. πίστωση (δάνειο):
- πίστωση
- Kredit αρσ
- δίνω/κάνω πίστωση σε κάποιον
- jdm einen Kredit geben/gewähren
- με πίστωση/επί πιστώσει
- auf Kredit
- αγροληπτική πίστωση
- Pachtkredit αρσ
- αγροτική πίστωση
- Agrarkredit αρσ
- άμεση πίστωση
- Direktkredit αρσ
- ανακλητή/ανέκκλητη πίστωση
- kündbarer/unkündbarer Kredit αρσ
- ανοιχτή πίστωση
- offener Kredit αρσ
- αποσβεστική πίστωση
- Ablösungskredit αρσ
- πίστωση αρωγής
- Beistandskredit αρσ
- εμπορική πίστωση
- Handelskredit αρσ
- ενέγγυα πίστωση
- Akkreditiv ουδ
- ενέγγυα εμπορευματική πίστωση
- Warenakkreditiv ουδ
- εντολέας mf ανοίγματος ενέγγυας πίστωσης
- Akkreditivauftraggeber(in) αρσ (θηλ)
- διαδικασία θηλ ανοίγματος ενέγγυας πίστωσης
- Akkreditivverfahren ουδ
- διάρκεια θηλ της πίστωσης
- Kreditlaufzeit θηλ
- διασφάλιση θηλ πίστωσης
- Kreditabsicherung θηλ
- πίστωση εν λευκώ
- Blankokredit αρσ
- ειδική πίστωση
- Sonderkredit αρσ
- έξοδα ουδ πλ πίστωσης
- Kreditkosten πλ
- ηλεκτρονική πίστωση
- E-Kredit αρσ
- μακροπρόθεσμη πίστωση
- langfristiger Kredit αρσ
- μείωση θηλ της πίστωσης
- Kreditabbau αρσ
- μικρή πίστωση
- Kleinkredit αρσ
- οικοδομική πίστωση
- Baukredit αρσ
- προεξοφλητική πίστωση
- Diskontkredit αρσ
- συμβόλαιο ουδ πίστωσης
- Kreditvertrag αρσ
- συμπληρωματική πίστωση
- Ergänzungskredit αρσ
- πίστωση με αποδοχή συναλλαγματικής
- Akzeptkredit αρσ
- τραπεζική πίστωση
- Bankkredit αρσ
- χρηματοδοτική πίστωση
- Finanzierungskredit αρσ
- χορήγηση θηλ πίστωσης
- Kreditgewährung θηλ
2. πίστωση (εγγραφή ποσού σε λογαριασμό):
- πίστωση
- Gutschrift θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανοιχτή πίστωση
- offener Kredit αρσ
- αποσβεστική πίστωση
- Ablösungskredit αρσ
- πίστωση αρωγής
- Beistandskredit αρσ
- εμπορική πίστωση
- Handelskredit αρσ
- ενέγγυα πίστωση
- Akkreditiv ουδ