στο λεξικό PONS
αναβρά|ζω <-σα, -σμένος> [anaˈvrazɔ] VERB αμετάβ
1. αναβράζω (νερό):
- αναβράζω
- kochen
2. αναβράζω (μούστος):
- αναβράζω
- gären
3. αναβράζω μτφ (άνθρωπος):
- αναβράζω
- in Aufruhr geraten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.