στο λεξικό PONS
πέταλο [ˈpɛtalɔ] SUBST ουδ
1. πέταλο (για άλογο):
- πέταλο
- Hufeisen ουδ
- χτυπώντας μια στο καρφί και μια στο πέταλο
- mit Zuckerbrot und Peitsche
- είμαι γάτα με πέταλα οικ
- (total) gerissen sein
2. πέταλο (λουλουδιού):
- πέταλο
- Blütenblatt ουδ
πέταλο SUBST
- στροφικό πέταλο (ώμου) ουδ ΑΝΑΤ
- Rotatorenmanschette θηλ
- ρήξη (του) στροφικού πετάλου θηλ ΙΑΤΡ
- Rotatorenmaschettenruptur θηλ