στο λεξικό PONS
προσωπικότητα [prɔsɔpiˈkɔtita] SUBST θηλ
- προσωπικότητα
- Persönlichkeit θηλ
- διχασμένη προσωπικότητα
- gespaltene Persönlichkeit θηλ
- νομική προσωπικότητα ΝΟΜ
- Rechtspersönlichkeit θηλ
- αρχή θηλ της προσωπικότητας ΝΟΜ
- Personalitätsprinzip ουδ
- νομική προσωπικότητα ΝΟΜ
- Rechtspersönlichkeit θηλ
- νομική προσωπικότητα της Ένωσης EE
- Rechtspersönlichkeit θηλ der Union
- πολλαπλή προσωπικότητα ΨΥΧ
- multiple Persönlichkeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διπλή προσωπικότητα
- gespaltene Persönlichkeit θηλ
- διχασμένη προσωπικότητα
- gespaltene Persönlichkeit θηλ
- εξέχουσα προσωπικότητα
- herausragende Persönlichkeit θηλ
- νομική προσωπικότητα ΝΟΜ
- Rechtspersönlichkeit θηλ
- πολλαπλή προσωπικότητα ΨΥΧ
- multiple Persönlichkeit θηλ