στο λεξικό PONS
φυματικ|ός <-ή, -ό> [fimatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. φυματικός (της φυματίωσης):
- φυματικός
- Tuberkulose-
2. φυματικός (ασθενής):
- είμαι φυματικός
- an Tuberkulose leiden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι φυματικός
- an Tuberkulose leiden