στο λεξικό PONS
λεμόνι [lɛˈmɔni] SUBST ουδ
- λεμόνι
- Zitrone θηλ
- γίνομαι λεμόνι
- ganz bleich werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι λεμόνι
- ganz bleich werden
- βγάζω το ζουμί από ένα λεμόνι
- den Saft aus einer Zitrone pressen