στο λεξικό PONS
ποντάρ|ω <-ισα> [pɔnˈdarɔ] VERB αμετάβ
1. ποντάρω (σε νούμερο, άλογο):
- ποντάρω σε
- setzen auf +αιτ
- ποντάρω 50 ευρώ στο κόκκινο
- 50 Euro auf Rot setzen
2. ποντάρω μτφ:
- ποντάρω σε κάποιον
- auf jdn zählen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ποντάρω σε κάποιον
- auf jdn zählen
- ποντάρω 50 ευρώ στο κόκκινο
- 50 Euro auf Rot setzen