στο λεξικό PONS
σοβαρ|ός <-ή, -ό> [sɔvaˈrɔs] ΕΠΊΘ
1. σοβαρός (ύφος, χαρακτήρας, κρίσιμος):
- σοβαρός
- ernst
- λέω κάτι στα σοβαρά
- etw im Ernst sagen
- παίρνω κάτι στα σοβαρά
- etw ernst nehmen
- κάτι γυρίζει στο σοβαρό
- aus etw wird Ernst
2. σοβαρός (αξιόπιστος):
- σοβαρός
- seriös
3. σοβαρός (σημαντικός):
- σοβαρός
- bedeutend
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.