στο λεξικό PONS
θυμός [θiˈmɔs] SUBST αρσ
- θυμός
- Zorn αρσ
- θυμός
- Wut θηλ
- εκδηλώνω το θυμό μου
- seinen Zorn äußern
- κάνω κάτι από θυμό
- etw aus Wut tun
- από το θυμό του έσπασε όλα τα πιάτα
- er hat vor lauter Wut alle Teller zerschlagen
- θα σκάσει από το θυμό του οικ
- er platzt fast vor Wut
- πάνω στο θυμό του δεν ήξερε τι έλεγε
- in seiner Wut wusste er nicht, was er sagte
- μα τι θυμός είναι αυτός!
- was ist das denn für ein Zorn!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μα τι θυμός είναι αυτός!
- was ist das denn für ein Zorn!
- στα μάτια του φαινόταν ο θυμός του
- in seinen Augen sah man seinen Zorn
- δεν άφησε να φανεί ο θυμός του
- er ließ sich δοτ seine Wut nicht anmerken
- ο θυμός του είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που/ώστε …
- sein Zorn war so weit angestiegen, dass …