στο λεξικό PONS
διαβεβαιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ðiavɛvɛˈɔnɔ] VERB μεταβ
1. διαβεβαιώνω (υπόσχομαι κατηγορηματικά):
- διαβεβαιώνω κάποιον
- versichern jdm
2. διαβεβαιώνω (επιβεβαιώνω):
- διαβεβαιώνω
- bestätigen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.