στο λεξικό PONS
αριστερ|ός <-ή, -ό> [aristɛˈrɔs] ΕΠΊΘ ΠΟΛΙΤ
- αριστερός
- linke(r, s)
- προς τ' αριστερά
- nach links
- στ' αριστερά μας
- links von uns
- στ' αριστερό σου χέρι (στ' αριστερά σου)
- auf der linken Seite/zu deiner Linken
- δε γνωρίζει η αριστερά του τι ποιεί η δεξιά του
- bei ihm weiß die eine Hand nicht, was die andere tut
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αριστερός επιθετικός (στο βόλεϊ)
- linker Außenangreifer αρσ
- αριστερός/αριστερή σοσιαλιστής
- Linkssozialist(in) αρσ (θηλ)
- αριστερός/δεξιός ακραίος
- linker/rechter Abwehrspieler αρσ
- αριστερός/δεξιός αμυντικός
- linker/rechter Verteidiger αρσ
- δεξιός/αριστερός φόργουορντ
- rechter/linker Angriffsspieler αρσ