στο λεξικό PONS
χαμογελ|ώ <-άς, -ασα> [xamɔjɛˈlɔ] VERB αμετάβ
1. χαμογελώ:
- χαμογελώ
- lächeln
- η τύχη μού χαμογέλασε
- das Schicksal meinte es gut mit mir
2. χαμογελώ (σαρκαστικά):
- χαμογελώ
- grinsen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.