στο λεξικό PONS
αρμονικ|ός <-ή, -ό> [armɔniˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αρμονικός ΜΟΥΣ, ΦΥΣ μτφ
- harmonisch
- ζω αρμονικά με κάποιον
- in Eintracht mit jdm leben
- αρμονική ανάλυση ΜΑΘ
- harmonische Analyse θηλ
- αρμονική παραμόρφωση
- harmonische Verzerrung θηλ
- αρμονική σειρά
- Obertonreihe θηλ
- αρμονική σειρά
- harmonische Reihe θηλ
- αρμονική ταλάντωση
- harmonische Schwingung θηλ