στο λεξικό PONS
επιβάρυνσ|η <-εις> [ɛpiˈvarinsi] SUBST θηλ και μτφ
- επιβάρυνση
- Belastung θηλ
- οικονομική επιβάρυνση
- finanzielle Belastung θηλ
- επιβάρυνση συνταξιοδοτικής εισφοράς
- Rentenbeitragslast θηλ
- επιβάρυνση με τόκους
- Zinsbelastung θηλ
- φορολογική επιβάρυνση
- Steuerbelastung θηλ
- έκτακτες επιβαρύνσεις ΟΙΚΟΝ
- Sonderbelastungen θηλ πλ
- έκτακτες επιβαρύνσεις ΟΙΚΟΝ
- außergewöhnliche Belastungen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιτοκιακή επιβάρυνση
- Zinsbelastung θηλ
- οικονομική επιβάρυνση
- finanzielle Belastung θηλ
- φορολογική επιβάρυνση
- Steuerbelastung θηλ
- δασμολογική επιβάρυνση
- Zollbelastung θηλ
- εμπράγματη επιβάρυνση
- dingliche Belastung θηλ