στο λεξικό PONS
συνήθεια [siˈniθia] SUBST θηλ
1. συνήθεια (κάποιου ατόμου):
- συνήθεια
- Gewohnheit θηλ
- έχει τη συνήθεια να …
- er/sie hat die Gewohnheit, zu …
- του έγινε/το πήρε συνήθεια
- es ist ihm zur Gewohnheit geworden
- αποκτώ τη συνήθεια να …
- sich δοτ angewöhnen zu …
- κόβω τη συνήθεια να …
- sich δοτ abgewöhnen zu …
- από συνήθεια
- aus Gewohnheit
- κακές συνήθειες
- schlechte Gewohnheiten/Angewohnheiten θηλ πλ
- αγοραστικές συνήθειες
- Kaufgewohnheiten θηλ πλ
- διατροφικές συνήθειες
- Ernährungsgewohnheiten θηλ πλ
2. συνήθεια (έθιμο):
- συνήθεια
- Brauch αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- από συνήθεια
- aus Gewohnheit
- αποκτώ τη συνήθεια να …
- sich δοτ angewöhnen zu …
- έχει τη συνήθεια να …
- er/sie hat die Gewohnheit, zu …
- κόβω τη συνήθεια να …
- sich δοτ abgewöhnen zu …
- κόβω μια συνήθεια
- sich δοτ etw abgewöhnen