στο λεξικό PONS
I. άνεργ|ος <-η, -ο> [ˈanɛrɣɔs] ΕΠΊΘ
- άνεργος
- arbeitslos
II. άνεργ|ος <-η, -ο> [ˈanɛrɣɔs] SUBST αρσ/θηλ
- άνεργος
- Arbeitslose(r) θηλ(αρσ)
- μακροχρόνιος άνεργος
- Langzeitarbeitslose(r) θηλ(αρσ)
- αριθμός αρσ των ανέργων
- Arbeitslosenzahl θηλ
- αύξηση θηλ των ανέργων
- Arbeitslosenanstieg αρσ
- εξαγωγή θηλ άνεργοςς
- Export αρσ von Arbeitslosigkeit
- μείωση θηλ των ανέργων
- Arbeitslosenrückgang αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μακροχρόνιος άνεργος
- Langzeitarbeitslose(r) θηλ(αρσ)