στο λεξικό PONS
κόλπο [ˈkɔlpɔ] SUBST ουδ
1. κόλπο (τέχνασμα):
- κόλπο
- Trick αρσ
- ξέρω εγώ τα κόλπα του!
- ich kenne seine Tricks!
- τα κόλπα σου δεν περνάν σε μένα
- deine Tricks kannst du bei mir vergessen
2. κόλπο (ενέργεια, απόπειρα):
- κόλπο
- Coup αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το κόλπο δεν έπιασε
- der Trick hat nicht funktioniert