στο λεξικό PONS
πρόοδος [ˈprɔɔðɔs] SUBST θηλ
1. πρόοδος:
- πρόοδος
- Fortschritt αρσ
- σημειώνω πρόοδο
- Fortschritte machen
- επιστημονική πρόοδος
- wissenschaftlicher Fortschritt αρσ
2. πρόοδος ΜΑΘ:
- πρόοδος
- Progression θηλ
- πρόοδος
- Reihe θηλ
- αριθμητική/γεωμετρική πρόοδος
- arithmetische/geometrische Progression θηλ
- αρμονική πρόοδος
- harmonische Progression θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρόοδος θηλ παραγωγής
- Produktionsfortschritt αρσ
- αριθμητική πρόοδος
- arithmetische Reihe θηλ
- αρμονική πρόοδος
- harmonische Progression θηλ
- επιστημονική πρόοδος
- wissenschaftlicher Fortschritt αρσ
- αριθμητική/γεωμετρική πρόοδος
- arithmetische/geometrische Progression θηλ