στο λεξικό PONS
σπ|έρνω <-ειρα, -άρθηκα, -αρμένος> [ˈspɛrnɔ] VERB μεταβ
1. σπέρνω (σιτάρι κτλ):
- σπέρνω
- säen
- σπέρνω ζιζάνια
- Zwietracht säen/Unfrieden stiften
2. σπέρνω (χωράφι):
- σπέρνω
- besäen
3. σπέρνω μτφ (διαδίδω):
- σπέρνω
- verbreiten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σπέρνω ζιζάνια
- Zwietracht säen
- σπέρνω διχόνοια
- Zwietracht stiften/säen