στο λεξικό PONS
αποφ|εύγω <-υγα> [apɔˈfɛvɣɔ] VERB μεταβ
1. αποφεύγω (κάποιο πράγμα, κάποιον):
- αποφεύγω
- meiden
- αποφεύγει το αλκοόλ/τη δημοσιότητα
- er meidet den Alkohol/die Öffentlichkeit
- τον αποφεύγουν
- man geht ihm aus dem Weg, man meidet ihn
- αποφεύγω κάτι/κάποιον όπως ο διάβολος το λιβάνι
- etw/jdn wie die Pest meiden
2. αποφεύγω (κάποιο κακό):
- αποφεύγω
- vermeiden
- αποφεύγω ένα ατύχημα
- einen Unfall vermeiden
- πρέπει να αποφύγω να …
- ich muss es vermeiden, zu …
3. αποφεύγω (ξεφεύγω):
- αποφεύγω μια ερώτηση
- einer Frage δοτ aus dem Weg gehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποφεύγω ένα ατύχημα
- einen Unfall vermeiden
- αποφεύγω μια ερώτηση
- einer Frage δοτ aus dem Weg gehen
- αποφεύγω κάτι/κάποιον όπως ο διάβολος το λιβάνι
- etw/jdn wie die Pest meiden