στο λεξικό PONS
κοιμ|άμαι [ciˈmamɛ], κοιμ|ούμαι [ciˈmumɛ] <-ήθηκα, -ισμένος> VERB αυτοπ ρήμα
- κοιμάμαι
- schlafen
- κοιμάται
- er schläft
- άσ' τον, κοιμήθηκε
- lass ihn, er ist eingeschlafen
- πάω να κοιμηθώ
- ich gehe schlafen
- κοιμάται σαν κούτσουρο
- er schläft wie ein Stein
- κοιμάται σαν αρνάκι
- er schläft ganz friedlich
- κοιμάμαι όρθιος μτφ
- mit offenen Augen schlafen
- μην κοιμάσαι! (πρόσεχε)
- schlaf nicht!
- κοιμάμαι με κάποιον (κάνω έρωτα)
- mit jdm schlafen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοιμάμαι όρθιος μτφ
- mit offenen Augen schlafen
- κοιμάμαι στρωματσάδα
- auf dem Boden schlafen
- κοιμάμαι με τις κότες
- mit den Hühnern schlafen gehen
- έμαθα να κοιμάμαι νωρίς
- ich habe mich daran gewöhnt, früh schlafen zu gehen
- κοιμάμαι με κάποιον (κάνω έρωτα)
- mit jdm schlafen