στο λεξικό PONS
απολ|αμβάνω <-αβα> [apɔlaɱˈvanɔ] VERB μεταβ
1. απολαμβάνω (ωφελούμαι, κερδίζω):
- απολαμβάνω από
- Nutzen ziehen aus
- τι απολαμβάνεις από …
- was für einen Nutzen ziehst du aus …
2. απολαμβάνω (ευχαριστιέμαι):
- απολαμβάνω
- genießen
απολ|αβαίνω [apɔlaˈvɛnɔ], απολ|αμβάνω [apɔlaɱˈvanɔ] <-αβα> VERB μεταβ (ωφελούμαι, κερδίζω)
- απολαβαίνω από
- Nutzen ziehen aus
- τι απολαβαίνεις από …
- was für einen Nutzen ziehst du aus …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.