στο λεξικό PONS
I. επίκαιρ|ος <-η, -ο> [ɛˈpicɛrɔs] ΕΠΊΘ
1. επίκαιρος (έγκαιρος):
- επίκαιρος
- rechtzeitig
2. επίκαιρος (σε κατάλληλη στιγμή):
- επίκαιρος
- im günstigen Moment
3. επίκαιρος (κατάλληλος):
- επίκαιρος
- günstig
4. επίκαιρος (ταιριαστός):
- επίκαιρος
- passend
5. επίκαιρος (του σήμερα, που τώρα είναι θέμα):
- επίκαιρος
- aktuell
II. επίκαιρ|ος [ɛˈpicɛrɔs] SUBST ουδ πλ
- τα επίκαιρα
- Aktuelles ουδ ενικ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.