στο λεξικό PONS
I. βρί|ζω <-σα, -στηκα> [ˈvrizɔ] VERB μεταβ (προσβάλλω)
- βρίζω
- beschimpfen
II. βρί|ζω <-σα, -στηκα> [ˈvrizɔ] VERB αμετάβ (βλαστημώ)
- βρίζω
- fluchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βρίζω κάποιον πατόκορφα
- jdn unflätig beschimpfen