στο λεξικό PONS
αναμνηστικ|ός <-ή, -ό> [anamnistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αναμνηστικός
- Erinnerungs-
- αναμνηστικές φωτογραφίες
- Erinnerungsfotos ουδ πλ
- αναμνηστική πλάκα
- Gedenktafel θηλ
- αναμνηστικό γραμματόσημο
- Gedenkmarke θηλ
- αναμνηστικό εμβόλιο ΙΑΤΡ
- Auffrischungsimpfung θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.