στο λεξικό PONS
απρεπ|ής <-ής, -ές> [aprɛˈpis], άπρεπ|ος [ˈaprɛpɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ
- απρεπής
- anstößig
- είναι άπρεπο για κυρία τέτοιο φέρσιμο
- so ein Benehmen gehört sich nicht für eine Dame
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.