στο λεξικό PONS
I. διευκολύν|ω <-α, -θηκα> [ðiɛfkɔˈlinɔ] VERB μεταβ
1. διευκολύνω (κάνω ευκολότερο):
- διευκολύνω
- erleichtern
2. διευκολύνω (βοηθώ με χρήματα):
- διευκολύνω
- aushelfen
- με διευκόλυναν μ' ένα δάνειο
- man hat mir mit einem Darlehen ausgeholfen
II. διευκολύνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- διευκολύνθηκα πολύ με το βιβλίο που μ' έδωσες
- das Buch, das du mir gegeben hast, war mir eine große Hilfe
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.