στο λεξικό PONS
I. φτην|αίνω <-υνα> [ftiˈnɛnɔ] VERB μεταβ (κατεβάζω τιμή)
- φτηναίνω
- verbilligen, billiger machen
II. φτην|αίνω <-υνα> [ftiˈnɛnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι φτηνότερος)
- φτηναίνω
- billiger werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.