στο λεξικό PONS
ψεύτης (ψεύτρα) [ˈpsɛftis, ˈpsɛftra] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
1. ψεύτης (όποιος λέει ψέματα):
- ψεύτης (ψεύτρα)
- Lügner(in) αρσ (θηλ)
2. ψεύτης (απατεώνας):
- ψεύτης (ψεύτρα)
- Betrüger(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγήκε ψεύτης
- er hat sich als Lügner erwiesen
- είναι επαγγελματίας ψεύτης
- er ist ein professioneller Lügner
- ας είναι φλύαρος όσο θέλεις, ψεύτης πάντως δεν είναι
- er mag so geschwätzig sein, wie du willst, ein Lügner ist er jedenfalls nicht