στο λεξικό PONS
κρύ|ος <-α, -ο> [ˈkriɔs] ΕΠΊΘ
1. κρύος:
- κρύος
- kalt
2. κρύος μτφ (υποδοχή κτλ):
- κρύος
- kühl
3. κρύος μτφ (αστείο):
- κρύος
- geschmacklos
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τον έλουσε/έκοψε κρύος ιδρώτας (από φόβο)
- ihm brach der Angstschweiß aus