στο λεξικό PONS
αγέρωχ|ος <-η, -ο> [aˈjɛrɔxɔs] ΕΠΊΘ (περήφανος)
- αγέρωχος
- stolz
- μπήκε με αγέρωχο βήμα στην αίθουσα
- er stolzierte in den Saal
αγέρωχος ΕΠΊΘ
- αγέρωχος (επιβλητικός)
- imposant
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.