στο λεξικό PONS
I. διπλώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ðiˈplɔnɔ] VERB μεταβ
1. διπλώνω (και χέρια):
- διπλώνω
- falten
2. διπλώνω (τυλίγω):
- διπλώνω
- einwickeln
II. διπλώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. διπλώνομαι (σε κουβέρτες):
- διπλώνομαι σε
- sich (ein)wickeln in +αιτ
2. διπλώνομαι (από πόνο):
- διπλώνομαι από τον πόνο
- sich vor Schmerz krümmen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.