στο λεξικό PONS
απ|οκρούω <-έκρουσα, -οκρούστηκα> [apɔˈkruɔ] VERB μεταβ
1. αποκρούω (επίθεση):
- αποκρούω
- abwehren
2. αποκρούω (επιχείρημα, προσφορά):
- αποκρούω
- abweisen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αρνούμαι/αποκρούω την ευθύνη για κάτι
- die Verantwortung für etw ablehnen/von sich weisen