στο λεξικό PONS
κατεβ|αίνω <-ηκα> [katɛˈvɛnɔ] VERB αμετάβ
1. κατεβαίνω (πηγαίνω κάτω):
- κατεβαίνω
- hinuntergehen
- κατεβαίνω τρέχοντας
- hinunterlaufen
- κατεβαίνω τη σκάλα
- die Treppe hinuntergehen
- το Σάββατο θα κατέβω/κατεβώ στην Αθήνα
- am Samstag fahre ich nach Athen
2. κατεβαίνω (έρχομαι κάτω):
- κατεβαίνω
- herunterkommen
- λέει ό,τι του κατέβει/κατεβεί
- er sagt, was ihm gerade in den Sinn kommt
- του κατέβηκε να πάει αύριο ταξίδι στο Παρίσι
- er hat sich in den Kopf gesetzt, morgen nach Paris zu reisen
3. κατεβαίνω (από αυτοκίνητο, λεωφορείο):
- κατεβαίνω
- aussteigen
4. κατεβαίνω (από δίκυκλο, άλογο):
- κατεβαίνω
- absteigen
- κατέβα αμέσως!
- steig sofort ab!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κατεβαίνω τρέχοντας
- hinunterlaufen
- κατεβαίνω ολοταχώς τη σκάλα
- die Treppe hinunterstürmen/hinunterrasen
- κατεβαίνω τη σκάλα
- die Treppe hinuntergehen
- κατεβαίνω σε απεργία
- in (den) Streik treten
- ανεβαίνω/κατεβαίνω τρέχοντας
- hinablaufen/hinauflaufen