στο λεξικό PONS
γλιστρ|ώ <-άς, -ησα> [ɣlisˈtrɔ] VERB αμετάβ
1. γλιστρώ (παραπατώ και πέφτω):
- γλιστρώ
- ausrutschen
- φέξε μου και γλίστρησα! ειρων
- guten Morgen!
2. γλιστρώ (είμαι γλιστερός):
- γλιστρώ
- rutschig sein
- το πάτωμα γλιστράει
- der Boden ist rutschig
3. γλιστρώ (ξεφεύγω):
- γλιστρώ
- rutschen, gleiten
- μου γλίστρησε από το χέρι
- es ist mir aus der Hand gerutscht/geglitten
- αφήνω κάτι να μου γλιστρήσει μέσα από τα χέρια μτφ
- sich δοτ etw entgehen lassen
4. γλιστρώ (βάρκα στο νερό):
- γλιστρώ
- gleiten
- μια βάρκα γλίστρησε δίπλα μας
- ein Boot glitt an uns vorbei
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γλιστρώ σαν χέλι
- aalglatt sein