στο λεξικό PONS
I. δύο [ˈðiɔ], δυο [ðjɔ] NUM
- δύο
- zwei
- δύο χιλιάδες
- zweitausend
- δύο εκατομμύρια
- zwei Millionen
- έμπαιναν δύο-δύο
- sie traten jeweils zu zweit ein
- ανά δύο
- zu je zwei
- ήρθαν και οι δύο
- es sind beide gekommen
- οι δυο μας το κάναμε
- wir beide haben das gemacht
- χωρίζω κάτι στα δύο
- etw in zwei Teile teilen
- φέρε κάνα δυο, οικ
- bring mal zwei oder drei
- … και μια και δυο τα ξεβιδόνει όλα
- … und da schraubt er es auf einmal alles ab
II. δύο [ˈðiɔ], δυο [ðjɔ] SUBST ουδ
- δύο
- Zwei θηλ
- εδώ γράψε ένα δύο
- schreib hier eine Zwei hin
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έμπαιναν δύο-δύο
- sie traten jeweils zu zweit ein
- δύο χιλιάδες
- zweitausend
- δύο εκατομμύρια
- zwei Millionen
- ανά δύο
- zu je zwei
- δύο ζευγάρια
- zwei Pärchen ουδ πλ