στο λεξικό PONS
I. οργανώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɔrɣaˈnɔnɔ] VERB μεταβ
- οργανώνω
- organisieren
II. οργανώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. οργανώνομαι (με συνεταίρους):
- οργανώνομαι
- sich zusammenschließen
2. οργανώνομαι (εντάσσομαι):
- οργανώνομαι σε ένα κόμμα
- einer Partei beitreten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.