στο λεξικό PONS
ρωτ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα> [rɔˈtɔ] VERB μεταβ
- ρωτώ
- fragen
- ποιον ρώτησες;
- wen hast du gefragt?
- ρώτησες για τον αδερφό της/την οικογένειά της;
- hast du nach ihrem Bruder/ihrer Familie gefragt?
- ρωτώ το δρόμο
- nach dem Weg fragen
- και ρωτάς; (είναι αυτονόητο)
- da fragst du noch?
ρωτώ VERB
- ρωτώ κάποιον για κάτι
- jdn nach etw fragen